Κοινωνία

Mία πόλη σε κρίση

Γράφει η  Ελένη Τριανταφυλλοπούλου

στην Ελλάδα των μνημονίων συντελούνται τρομαχτικά εγκλήματα. Και το κέντρο της Αθήνας είναι ίσως εκείνος ο τόπος όπου γίνονται με πιο έντονο τρόπο εμφανείς οι όψεις του σύγχρονου κοινωνικού πολέμου, την ίδια στιγμή που αποτελεί και ένα όψιμο πεδίο πολλαπλής κερδοφορίας.

φωτογραφία του Σπύρου Δρίβα

τα αόρατα σύνορα του “εγκλήματος”

 Σε μία από τις συνηθισμένες περιπλανήσεις στο διαδίκτυο, τράβηξε την προσοχή μου μία νέα εφαρμογή ενημέρωσης από τη γνωστή και μη εξαιρετέα ιστοσελίδα του skai. «Δείτε σε διαδραστικό χάρτη την εγκληματικότητα στη χώρα, σε πραγματικό χρόνο»i έλεγε ο τίτλος και ακριβώς από κάτω οι εγκληματικές πράξεις που καθημερινά καταγράφονται στο αστυνομικό δελτίο κατηγοριοποιούνται σε κλοπές, ληστείες, διαρρήξεις, δολοφονίες, εμπρησμούς –φωτιές. Κάθε κατηγορία έχει το δικό της συμβολάκι τρόμου, το οποίο και παίρνει τη θέση του πάνω σε ένα χάρτη της google. Η έννοια του χρόνου εισάγεται με φίλτρο, όπου ο επισκέπτης μπορεί να απομονώσει μία ημερομηνία ή ένα ολόκληρο διάστημα… Πατώντας δε πάνω στο σύμβολο, εμφανίζονται όλες οι σχετικές με το περιστατικό πληροφορίες: (περισσότερα…)

Advertisements

Για να στεγάσουμε τις επιθυμίες μας!

της Νατάσας Κεφαλληνού

Γιατί σε μια πόλη με εγκαταλελειμμένα σπίτια, υπάρχουν άστεγοι; Γιατί ένα σφραγισμένο θέατρο, που ανήκει στο Δημόσιο, παραμένει για χρόνια ανεκμετάλλευτο αντί να αποδοθεί σε νέες «άστεγες» ομάδες καλλιτεχνών; Γιατί ένα δημοτικό αναψυκτήριο βάζει λουκέτο μέχρι την ανεύρεση ιδιώτη, που θα το μετατρέψει σε καφετερία, αντί να δοθεί στους δημότες για να… στεγάσουν τις επιθυμίες και τις ανάγκες τους; «Λέγεται καπιταλισμός, ηλίθιε» θα μπορούσε να απαντήσει κανείς, προσπαθώντας να εξηγήσει τον παραλογισμό.

Και πιο συγκεκριμένα, λέγεται ελληνικός καπιταλισμός, ο οποίος από το 2004, έτος των Ολυμπιακών Αγώνων στην Αθήνα, αποφάσισε να βάλει σε εφαρμογή μια από τις πιο γενικευμένες επιχειρήσεις εμπορευματοποίησης και παράδοσης των ελεύθερων χώρων στα ιδιωτικά συμφέροντα. Πάρκα, πεζόδρομοι, δημόσια κτίρια, παραλίες, πλατείες, αδόμητες περιοχές παραδόθηκαν στα αρπακτικά, υπονομεύοντας την κοινωνική χρήση του χώρου και της πόλης. Όσο για το σήμερα: Στην Ελλάδα της κρίσης, οι δανειστές–δυνάστες μας (τράπεζες, ΔΝΤ, ΕΕ) απαιτούν να βγει ολόκληρη η χώρα στο σφυρί, ενώ είναι έτοιμοι να βάλουν πωλητήριο ακόμη και στην… Ακρόπολη. (περισσότερα…)


Η… Αγγελία (δεν) είναι Χρυσός

Δίνεις τα 2 ευρώ. Ανοίγεις την εφημερίδα. Πιάνεις το στυλό. Με τόσες χιλιάδες αγγελίες, η ανεύρεση εργασίας σκέφτεσαι θα είναι παιχνιδάκι! Μη βιάζεσαι ότι λάμπει δεν είναι χρυσός...

Της Νατάσας Κεφαλληνού

«Ήχος απ΄το ξυπνητήρι στις 8. Βιαστικός καφές. Το κλικ απ’ τον υπολογιστή που ανοίγει. Αγωνία μήπως ήρθε κάποιο απαντητικό email από μελλοντικό εργοδότη. Πάλι τίποτα. Μετράω τα απεσταλμένα βιογραφικά: 90 σε ένα μήνα, άρα τρία την ημέρα. Απάντηση καμιά. Διαγώνια ματιά στα κυκλωμένα ‘’ζητείται’’ στην εφημερίδα. Σηκώνω με βαριά καρδιά το τηλέφωνο…».

Το παραπάνω θα μπορούσε να είναι απόσπασμα – περιγραφή ενός τυπικού πρωινού, από το ημερολόγιο ενός νέου ανέργου. Ενός απ’ τους χιλιάδες που αναζητούν δουλειά είτε γιατί δεν τα βγάζουν πέρα οι γονείς τους με τα έξοδα σπουδών είτε γιατί μόλις μπήκαν στην αγορά εργασίας ή γιατί απολύθηκαν προσφάτως (σύμφωνα με τα επίσημα στοιχεία το 32,9% των νέων μεταξύ 15-29 είναι άνεργοι). Και ποια είναι η πρώτη καταφυγή του ανέργου; Φυσικά οι… χρυσές ευκαιρίες εργασίας στις αγγελίες της εφημερίδας! Δίνεις τα 2 ευρώ. Ανοίγεις την εφημερίδα. Πιάνεις το στυλό. Με τόσες χιλιάδες αγγελίες, η ανεύρεση εργασίας σκέφτεσαι θα είναι παιχνιδάκι! Αγγελίες για κάθε είδος δουλειά και βάρδια, για όλα τα επίπεδα μόρφωσης, για κάθε ηλικία, για όλα τα προσόντα και τα γούστα. Απορείς μάλιστα για τα υψηλά ποσοστά ανεργίας, που κάθε τόσο ακούς! Μη βιάζεσαι ότι λάμπει δεν είναι χρυσός… (περισσότερα…)


Δημόσια (;) Αγαθά

Γράφει ο Μανώλης Μαραγκουδάκης

Τα δημόσια αγαθά και οι κοινωνικές υπηρεσίες εν γένει, έχουν μπει για τα καλά στο στόχαστρο της αντιλαϊκής επίθεσης του κεφαλαίου. Από τη μία το κεφάλαιο σε καιρούς οικονομικής κρίσης, για να αντιρροπήσει την πτώση των κερδών προσπαθεί να μειώσει την αξία της εργατικής δύναμης, η οποία δεν καθορίζεται αυθαίρετα αλλά είναι αντικείμενο της ταξικής πάλης. Έτσι, η πρόσβαση σε αγαθά όπως η παιδεία, η υγεία κ.α., που αποτελούσαν  κεκτημένο του λαϊκού κινήματος (ως μέρος του έμμεσου μισθού), μετακυλίεται στις πλάτες των ίδιων των εργαζομένων. Από την άλλη, η ίδια η κρίση λειτουργεί ως καταλύτης για την ανάπτυξη του κεφαλαίου σε νέους τομείς που μέχρι τώρα παρέμεναν «παρθένοι», με στόχο την παραγωγή κέρδους. Είναι χαρακτηριστικό ότι οι βιομηχανίες στην υγεία είναι ένας από τους λίγους κλάδους που συνεχίζουν να διατηρούν τα κέρδη τους, σε αντίθεση με πολλούς παραδοσιακούς τομείς όπως οι αυτοκινητοβιομηχανίες! Η εκπαίδευση, η υγεία, οι συγκοινωνίες και το περιβάλλον αποτελούν μερικούς μόνο από τους τομείς των δημοσίων αγαθών που η κυβέρνηση έχει προσπαθήσει να χτυπήσει και που η τελική έκβαση των μαχών θα είναι πολύ κρίσιμη για την ανατροπή της συνολικής επίθεσης του κεφαλαίου.

Τα αποτελέσματα της πολιτικής αυτής στην Παιδεία έχουν οδηγήσει στα άκρα μαθητές-φοιτητές κι εκπαιδευτικούς: Στα σχολεία οι συγχωνεύσεις αποτελούν ήδη γεγονός με τους μαθητές να στοιβάζονται σε τάξεις των 40 ατόμων, καθιστώντας την εκπαιδευτική διαδικασία ακόμα πιο απρόσωπη, ενώ με την κατάργηση του ΟΕΔΒ τα δωρεάν βιβλία τίθενται υπό αίρεση. Στα Πανεπιστήμια και τα ΤΕΙ παρόμοια εικόνα: ιδρύματα με ελλείμματα απειλήθηκαν με κλείσιμο, ενώ σειρά από σχολές έχουν ανακοινώσει την αναστολή της λειτουργίας τους πριν το τέλος της ακαδημαϊκής χρονιάς λόγω έλλειψης… χρηματοδότησης. Η απάντηση του υπουργείου Παιδείας ήταν …«λεφτά υπάρχουν» και θα τα βρείτε από τους ιδιωτικούς φορείς δηλαδή τις επιχειρήσεις! Κι όλα αυτά στο «πλαίσιο πάντα του διαλόγου» του υπουργείου Παιδείας εν όψει και του νομοσχεδίου-εκτρώματος που θα έρθει να παραδώσει στις ορέξεις του κεφαλαίου το σύνολο της Τριτοβάθμιας εκπαίδευσης.

Στην υγεία τα πράγματα γίνονται επικίνδυνα για ασθενείς και υγειονομικούς. Το ΕΣΥ που, έστω κουτσουρεμένα, αποτελούσε το δημόσιο φορέα παροχής περίθαλψης, οδηγείται μεθοδευμένα στην κατάρρευση και στην εκ νέου «αναγέννηση» του με επιχειρηματικούς όρους! Η λογική έχει ως εξής: διάλυση του δωρεάν χαρακτήρα με επιβολή του χαρατσιού των 5€ και πληρωμή των βασικών εξετάσεων από τις τσέπες των ασθενών, εισαγωγή κλειστών προϋπολογισμών στα νοσοκομεία και ταυτόχρονα εξαντλητικές συνθήκες εργασίας για τους υγειονομικούς. Η υποχρηματοδότηση έχει οδηγήσει σε τραγικές ελλείψεις βασικών υλικών με αποτέλεσμα χειρουργεία να αναβάλλονται, ενώ το παράδειγμα των νοσοκομείων Αρεταίειο και Αιγινήτειο που σταμάτησαν τις νοσηλείες αποτελεί το υπόδειγμα και για τα άλλα, στα πλαίσια του «εξορθολογισμού» του ΕΣΥ ώστε από τα 150 νοσοκομεία να μείνουν τα 50! Ταυτόχρονα η προώθηση του ιδιωτικού τομέα περίθαλψης με λεφτά του δημοσίου (το 40% των δαπανών υγείας) αποδεικνύει περίτρανα πως λεφτά υπάρχουν όχι για την υγεία, αλλά για τους επιχειρηματίες της υγείας.

Τέλος η κρίση του δημόσιου χώρου, του περιβάλλοντος και της μετακίνησης που εμφανίζεται στις καπιταλιστικές μητροπόλεις έρχεται να οξυνθεί ακόμα περισσότερο στην Ελλάδα του μνημονίου με την παράδοση και των τελευταίων ελεύθερων χώρων για την αντιδραστική ανάπτυξη του κεφαλαίου. Τέτοιο παράδειγμα αποτελεί το ξεπούλημα του Ελληνικού στο κατασκευαστικό κεφάλαιο του Κατάρ για τη δημιουργία καζίνο(!) και mall, την ίδια στιγμή που ένα μητροπολιτικό πάρκο στην περιοχή θα βελτίωνε την ποιότητα ζωής του συνόλου των κατοίκων της Αθήνας. Τέτοιο παράδειγμά αποτελεί και η Κερατέα όπου ο αγώνας των κατοίκων ανέδειξε με πρωτοφανή τρόπο το πρόβλημα της διαχείρισης των σκουπιδιών αλλά και «την προσέγγιση της λύσης» του από μεριάς κυβέρνησης-κεφαλαίου που δε λογαριάζει τις ανθρώπινες ζωές μπροστά στην κερδοφορία του. Τέτοιο παράδειγμα αποτελεί και το χτύπημα στη δωρεάν μετακίνηση με τις δημόσιες συγκοινωνίες και στις εθνικές οδούς, δωρεάν μετακίνηση για την πρόσβαση στην εργασία, στη μόρφωση, στη διασκέδαση,  δωρεάν μετακίνηση γιατί την εξυπηρέτηση των κοινωνικών αναγκών.

Για να μπορέσει όμως να ανατραπεί ο επερχόμενος οδοστρωτήρας, η μάχη σε όλα αυτά τα μέτωπα θα πρέπει να δοθεί με ενιαίο τρόπο για την υπεράσπιση και διεύρυνση των δημόσιων αγαθών που να καλύπτουν τις σύγχρονες ανάγκες των εργαζόμενων και της νεολαίας. Κάτι τέτοιο περνά από τη σύνδεση και την «κοινωνικοποίηση» των επιμέρους αγώνων που αναπτύχθηκαν (απεργίες ΜΜΜ, Κερατέα, απεργία ιατρών) με ολόκληρη την κοινωνία. Και αντίστροφα η ενσωμάτωση στο λόγο του εργατικού κινήματος και η ανάδειξη αυτών των ζητημάτων ως κομμάτι της ίδιας επίθεσης. Τέλος, η ίδια η μάχη για την επιβίωση της τάξης θα πρέπει να δεθεί με το πρόταγμα μιας εντελώς διαφορετικής ζωής μακριά από τα δεσμά του κεφαλαίου, οπού ο ίδιος ο χαρακτήρας των κοινωνικών αγαθών πέραν της εξυπηρέτησης της διαδικασίας αναπαραγωγής της εργατικής δύναμης, θα συγκλίνει ολοένα και περισσότερο στην βαθιά αμφισβήτηση της αναπαραγωγής… όχι απλά της εργατικής δύναμης, αλλά του ίδιου του καπιταλισμού στο σύνολό του.

Το άρθρο δημοσιεύεται στις Αναιρέσεις #15 που κυκλοφορούν


Χούντα ή δημοκρατία;

γράφει ο Κώστας Φουρίκος

Το συγκεκριμένο άρθρο γράφεται λίγες μέρες μετά την απεργιακή κινητοποίηση της 11ης Μαΐου, που σημαδεύτηκε από  ξύλο, δακρυγόνα και δεκάδες τραυματισμούς (με τον 31χρονο Γ. Καυκά να δίνει κυριολεκτικά μάχη για τη ζωή του), προληπτικές προσαγωγές και δεκάδες συλλήψεις διαδηλωτών (ανάμεσά τους και ανήλικοι). Στο ίδιο ακριβώς διάστημα παρακρατικές ομάδες ακροδεξιών (Χρυσή Αυγή και Σια)  με την κάλυψη των δυνάμεων της αστυνομίας διεξάγουν πογκρόμ εναντίον μεταναστών σε περιοχές της Αθήνας εκμεταλλευόμενες την αποτρόπαια δολοφονία του 44χρονου Μανώλη Καντάρη στο κέντρο της Αθήνας. Τα συγκεντρωτικά αποτελέσματα της πάταξης του «εχθρού λαού» τον τελευταίο χρόνο είναι ακόμη πιο εντυπωσιακά: Εκατοντάδες επίσημα καταγεγραμμένοι τραυματισμοί διαδηλωτών, εκατοντάδες συλλήψεων στα πλαίσια εργατικών και νεολαιίστικων κινητοποιήσεων, δεκάδες απαγορευμένες απεργίες ως παράνομες και καταχρηστικές και δεκάδες πολιτικοί κρατούμενοι (προφυλακισμένοι ή καταδικασμένοι).

Η ιστορία μας καθοδηγεί: ΚΑΜΙΑ ΧΟΥΝΤΑ ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΑΝΙΚΗΤΗ

Αν πάμε τώρα στις λειτουργίες του κοινοβουλευτισμού και συνολικά των αστικοδημοκρατικών θεσμών αυτές έχουν καταφέρει να  προσεγγίσουν ειδικά τον τελευταίο χρόνο το ανώτατο στάδιο της κατά περίπτωση αυτοαναίρεσης και εκφυλισμού. Που να σταθεί κανείς; Στις αποφάσεις δικαστηρίων που όταν ξεφεύγουν έστω και ελάχιστα από τις κυβερνητικές κατευθύνσεις γράφονται στα παλαιότερα των υποδημάτων της κυβέρνησης, όπως έγινε στην Κερατέα; Στις φωνές των «έγκυρων» (και άσχετων με την όποια αριστερά) νομικών επιστημόνων όπως οι Μπέης και Κασιμάτης που καταγγέλλουν την αντισυνταγματικότητα και τον παράνομο τρόπο που η κυβέρνηση ψήφισε και υλοποιεί το μνημόνιο; Ή στο γεγονός της πιο απροκάλυπτης και ταυτόχρονα προκλητικής για τη μεταπολίτευση όχι απλά αθέτησης κάποιων προεκλογικών εξαγγελιών αλλά αναίρεσης ολόκληρης της προεκλογικής «συζήτησης» που στήθηκε μεταξύ ΠΑΣΟΚ και ΝΔ στις τελευταίες εθνικές εκλογές οι οποίες έφεραν στη κυβέρνηση το πρώτο;

Κι αν αφήσουμε το «βαθύ» κράτος και τον «κοινοβουλευτικό – νομικό  πλούτο» της χώρας και στρέψουμε την προσοχή μας προς το θαυμαστό κόσμο των ΜΜΕ, εκεί πια η αναπόληση της ένδοξης ΥΕΝΕΔ στη βάση των όσων συμβαίνουν σήμερα μόνο ως υπερβολή δε θα μπορούσε να χαρακτηριστεί. Εκεί πλέον έχουμε το «η ισχύς εν τη ενώσει» γύρω από την ιδεολογική τρομοκρατία του χρέους και της εμπέδωσης μιας νέου τύπου εθνικής ομοψυχίας συμπυκνωμένης στο «αλλάζουμε ή βουλιάζουμε». Μόνος χαμένος ο τηλεθεατής – ακροατής – εργαζόμενος και κάθε διαφορετική φωνή που είχε καταφέρει να επιβιώσει ένα προηγούμενο διάστημα και τώρα αποπέμπεται παραδειγματικά κόντρα ακόμη και στα κριτήρια εμπορικότητας (βλέπε την περίπτωση του Άρη Χατζηστεφάνου και της απόλυσης του από το ΣΚΑΪ με την κατηγορία της «άσκησης ακροαριστερής προπαγάνδας»).

Η νεολαία Κομμουνιστική Απελευθέρωση, το ΝΑΡ και η ΑΝΤΑΡΣΥΑ δε δίστασαν να χαρακτηρίσουν όλα τα παραπάνω στοιχεία και την κατάσταση που αυτά συνθέτουν ως σύγχρονη χούντα, έχοντας φυσικά επίγνωση ότι δεν έγινε στρατιωτικό πραξικόπημα, η βουλή δεν καταργήθηκε τυπικά και το πολιτικό φρόνημα δεν έχει επίσης τυπικά ποινικοποιηθεί. Την ίδια τοποθέτηση είχαν και έχουν πολλοί κλάδοι και ομάδες αγωνιζόμενων σε μάχες εναντίον της κυβερνητικής πολιτικής.  Ποια η αντίδραση του πολιτικού κόσμου στο ολοένα και μεγαλύτερο κομμάτι του πληθυσμού που δε διστάζει να φωνάξει: «Κάτω η Χούντα»; Αποτροπιασμός, φρίκη και καταγγελία, από όλες σχεδόν τις πτέρυγες του κοινοβουλίου, αν και από διαφορετική αφετηρία όσον αφορά το κομμάτι της αριστεράς.

Το μπλοκ του μνημονίου ΠΑΣΟΚ, ΝΔ, ΛΑΟΣ με την εφεδρεία της  Δημοκρατικής «Αριστεράς» και τα πρωτοκλασάτα παπαγαλάκια τους θεωρούν φασισμό και απειλή για τη δημοκρατία τέτοιες τοποθετήσεις. Η επίσημη αριστερά στην εκδοχή του ΚΚΕ μας ενημερώνει πως ο χαρακτηρισμός χούντα είναι αποπροσανατολιστικός και «βγάζει λάδι» το ΠΑΣΟΚ αφού δίνει το βάρος στο ξένο παράγοντα και όχι στην ελληνική κυβέρνηση(!) Ο ΣΥΡΙΖΑ αλλά και άλλες ομάδες της εξωκοινοβουλευτικής αριστεράς στέκονται στο «άδικο» του χαρακτηρισμού που κατά τη γνώμη τους παραγνωρίζει τη δυσκολία και τις κακουχίες που αντιμετώπιζε ο αγωνιζόμενος δημοκρατικός λαός την περίοδο της επταετίας και υπερτιμά(!) τις δυσκολίες που συνθέτουν τη σημερινή περίοδο.

Αυτή η ιστορική «υπερευαισθησία» και ο σχολαστικισμός ακαδημαϊκού επίπεδου καταλήγει στο να υπερασπίζεται την κοινοβουλευτική δημοκρατία που απαλλαγμένη από κάποιες ακρότητες μπορεί να δώσει σήμερα τη δυνατότητα στο λαό να κυριαρχήσει. Κοινό στοιχείο και των δύο όψεων της επίσημης αριστεράς είναι τελικά «η ατολμία στις στιγμές που παίζονται τα πάντα». Η ατολμία στους χαρακτηρισμούς πάει χέρι – χέρι με την ατολμία στη δράση και στους στόχους, στην τακτική και τη στρατηγική πρόταση που θέτουν το ΚΚΕ και ο ΣΥΡΙΖΑ. Εκεί εκτός από τη λέξη χούντα απουσιάζει και η λέξη επανάσταση ή εξέγερση (έστω και αυτή κατά τη διάρκεια της οποίας δε θα σπάσει ούτε τζάμι).

Από τη μεριά μας, εμείς οι «βλάσφημοι», ειδικά σήμερα, νιώθουμε την ανάγκη να δηλώσουμε ξανά ότι επιμένουμε στους χαρακτηρισμούς μας. Ότι καταλαβαίνουμε προφανώς τις διαφορές της σημερινής ιστορικής περιόδου από αυτήν του Παπαδόπουλου και του Μεταξά και παρόλο που στη Λεωφόρο Αλεξάνδρας βρίσκεται η ΓΑΔΑ και όχι το ΕΑΤ – ΕΣΑ, οι εργαζόμενοι και η νεολαία αυτής τη χώρας έχουν δικαίωμα να χαρακτηρίζουν αυτό που ζούνε ως χούντα. Και πολύ περισσότερο έχουν το δικαίωμα να εξεγερθούν απέναντι σε αυτή την κατάσταση. Η δε αριστερά οφείλει θυμηθεί τα λόγια των κλασσικών του μαρξισμού που χαρακτήριζαν την αστική κοινοβουλευτική δημοκρατία συγκαλυμμένη μορφή της δικτατορίας της αστικής τάξης πάνω στην εργαζόμενη κοινωνική πλειοψηφία, ότι ο ίδιος ο φασιστικός – ναζιστικός κίνδυνος ανέτειλε στο έδαφος κρισιακών οικονομικών φαινομένων και ως αντίβαρο στην ανάπτυξη του εργατικού και κομμουνιστικού κινήματος. Ότι η ιστορία μας διδάσκει πως το αστικό στρατόπεδο για να περάσει τη «λεπτή κόκκινη γραμμή» από την κοινοβουλευτική δημοκρατία στα έκτακτα ανελεύθερα καθεστώτα των δικτατοριών, το μόνο που χρειάζεται είναι να νιώσει ότι κλονίζεται απειλητικά η κερδοφορία και η πολιτική του κυριαρχία και πως τέτοια «περάσματα» δε γίνονται από τη μια στιγμή στην άλλη. Προετοιμάζονται, προκαλούνται, σχεδιάζονται.

Σε αυτή τη βάση πιστεύουμε ότι η αριστερά οφείλει να διατυπώσει έγκαιρα τους χαρακτηρισμούς, τους στόχους και το λόγο της και στη συνέχεια να «τιμήσει» το λόγο αυτό με τα έργα και τις πράξεις της. Γιατί κι εμείς αν επιμένουμε στο ότι «έχουμε να κάνουμε με χούντα» είναι από τη μία για να τονίσουμε τα αναβαθμισμένα ποιοτικά και ποσοτικά χαρακτηριστικά που συνοδεύουν την ταραγμένη σημερινή περίοδο και από την άλλη για να θέσουμε τον πήχη εκεί, που σε αυτήν την περίοδο, αρμόζει.

Η ιστορία μας καθοδηγεί: ΚΑΜΙΑ ΧΟΥΝΤΑ ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΑΝΙΚΗΤΗ.

Το άρθρο δημοσιεύεται στο τεύχος #15 των Αναιρέσεων που κυκλοφορεί

http://wp.me/pcGKc-cN