Jean-Luc Godard, o Επαναστάτης Κινηματογραφιστής

του Δημήτρη Κεχρή

Ο συνήθης ύποπτος Jean-LucGodard βρέθηκε ξανά στο επίκεντρο συζητήσεων αρνούμενος να παρευρεθεί στο περσινό φεστιβάλ των Καννών και δηλώνοντας ότι δεν πηγαίνει σε πανηγύρια όταν η Ελλάδα περνάει κρίση. Πράξη καθαρά πολιτική και εντελώς συμβατή με το περιεχόμενο της τελευταίας του ταινίας («FilmSocialisme»), στην οποία μέσα από μια τολμηρή διερεύνηση της σχέσης ήχου και εικόνας, αναδύεται πλήθος καυστικών μα και θλιμμένων σχολίων για το δρόμο που βαδίζει η Ευρώπη.

Ρήξη με το κατεστημένο και τον ακαδημαϊσμό

Ξετυλίγοντας το κουβάρι της πορείας του Godard, επιστρέφουμε στη δεκαετία του 1950. Στο δρόμο που χάραξε η σκέψη του πρωτοπόρου θεωρητικού AndreBazin, ο Godard παρέα με μερικούς τολμηρούς κινηματογραφιστές συγκρούεται με το κινηματογραφικό κατεστημένο της εποχής. Η σύγκρουση αυτή αρχικά αφορούσε το σύστημα παραγωγής και διανομής ταινιών και την ανάγκη νέων δημιουργών να κάνουν ταινίες μέσα στην ανυπαρξία κεφαλαίων. Ξεκινώντας από οικονομικής φύσης ζητήματα το νέο αυτό ρεύμα κινηματογραφιστών, που ονομάστηκε NouvelleVague, άρχισε να θέτει τα πάντα υπό αμφισβήτηση και να κάνει τομές σε σχέση με το παρελθόν, σε ζητήματα αισθητικής και περιεχομένου.

Ο ίδιος ο Godard όρισε τις σημαντικότερες καινοτομίες της NouvelleVague, όπως την κατάργηση της γραμμικής αφήγησης, την απόλυτη ελευθερία στο χώρο και στο χρόνο καθώς και την απευθείας απεύθυνση του ηθοποιού προς την κάμερα. Αποφεύγονται επίσης, τα ειδικά εφέ και το μοντάζ ως μέσο δημιουργίας συγκεκριμένων σκέψεων και συναισθημάτων. Ο Godard χρησιμοποιεί κατά κόρον τα jumpcuts, τον ασύγχρονο ήχο και αυθαδιάζει παίζοντας με τους άξονες, τα racor και τις κινήσεις της κάμερας. Ανανεώνει με λίγα λόγια τη γραμματική και το συντακτικό της κινηματογραφικής γλώσσας.

Ο Godard αυτήν την περίοδο ανατρέπει κάθε είδους κανόνα που είχε καθιερωθεί από θεωρητικούς και γίνεται ο κατεξοχήν εκφραστής του μοντερνισμού στον κινηματογράφο. Ο μοντέρνος κινηματογράφος που εισηγείται ο Godard αντιλαμβάνεται τον κόσμο ως ενιαίο σύνολο και αρνείται τον αυθαίρετο κατακερματισμό του. Σε αντίθεση με τον ακαδημαϊκό κινηματογράφο που αντλεί το υλικό του από τα εξαιρετικά γεγονότα, ο μοντέρνος κινηματογράφος του Godard επιμένει σε κάθε ασήμαντη, ευτελή στιγμή. Τα συμβάντα τοποθετούνται σε ένα πολυδιάστατο πλέγμα αιτίων και αποτελεσμάτων χωρίς να προσδιορίζονται ρητά οι αιτιακές σχέσεις, κάτι που ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα όπως τη βιώνουμε στην καθημερινότητα μέσα από την απλή διαδοχή των γεγονότων. Το βίαιο μοντάζ που χρησιμοποιείται και η διαπλοκή οριζόντιας και κάθετης αφήγησης ενδεχομένως προκαλεί σύγχυση στο μη εξοικειωμένο θεατή και απαιτεί προσπάθεια για κατανόηση.

Παράλληλα με το σπάσιμο της προϋπάρχουσας φόρμας, ο Godard προκαλεί και σε επίπεδο περιεχομένου. Καταρχάς, αρνούμενος να υποβιβαστεί στο ρόλο του παραμυθά, λειτουργεί στην ουσία χωρίς σενάριο. Το story της κάθε ταινίας του είναι απλούστατο και αποτελεί μοναχά τον καμβά επάνω στον οποίο ξεδιπλώνει τις ανησυχίες του. Οι ταινίες του φέρνουν στο προσκήνιο προβληματισμούς οι οποίοι αφορούν τις κοινωνικές συμβάσεις, τους κώδικες ηθικής, την αλλοτρίωση, καθώς και τα αδιέξοδα που παρουσιάζονται στις σύγχρονες δυτικές κοινωνίες. Θέτει αιχμηρά ερωτήματα επάνω στο ζήτημα της βίας, των βασανιστηρίων, του πολέμου, της εκπόρνευσης και παίζει με τις έννοιες του «καλού» και του «κακού». Τον απασχολεί ο έρωτας, ο χρόνος και ο θάνατος. Οι πιο χαρακτηριστικές από τις ταινίες που κάνει αυτήν την περίοδο είναι το «Με κομμένη την ανάσα», «Ο Μικρός Στρατιώτης», το «Ζούσε τη Ζωή της», «Η Περιφρόνηση» και «Ο Τρελός Πιερό», οι οποίες είναι αρκετά ποιητικές (με υπαρξιακές διαστάσεις) και δεν προπαγανδίζουν συγκεκριμένες πολιτικές θέσεις. Απλώς, σκιαγραφούν το εκάστοτε πρόβλημα και τα όποια συμπεράσματα προκύπτουν οδηγούν σε νέα ερωτήματα.

Μονάχα προς το τέλος αυτής της περιόδου, το 1967, μας δίνει δύο ταινίες που μας προϊδεάζουν για την μετέπειτα ιδεολογική ωρίμανσή του. Η μία από αυτές, «Η Κινέζα» είναι ένας καταιγισμός λόγου επάνω στην επανάσταση και η άλλη, το «Weekend» αποτελεί μια σφοδρή επίθεση στο μικροαστισμό.

Στράτευση στην επανάσταση και συνακόλουθη σκεπτικιστική στροφή

Μετά το Μάη του ’68, ο Godard τοποθετείται ιδεολογικά με ρητό πλέον τρόπο στο μαρξισμό και συγκροτεί μια ομάδα μαοϊκών κινηματογραφιστών, το DzigaVertovGroup. Οι ταινίες που κάνει αυτή την περίοδο είναι ξεκάθαρα στρατευμένες πολιτικά και καταπιάνονται με το θέμα της ταξικής πάλης με πιο χαρακτηριστική από αυτές το «Όλα πάνε καλά».

Από το 1980 και μετά ο Godard κάνει νέα στροφή αφενός στο περιεχόμενο, καθώς βιώνει έντονα ιδεολογικά αδιέξοδα και εγκαταλείπει το μαοϊσμό και αφετέρου στη μορφή πειραματιζόμενος με το βίντεο.

Τέχνη για τη τέχνη ή τέχνη για την επανάσταση ;

Οι ταινίες όλων των περιόδων του Godard είναι οπτικά δοκίμια και στον προβληματισμό που εύλογα γεννιέται για το αν οι στρατευμένες του ταινίες ή οι περισσότερο αφηρημένες έχουν μεγαλύτερη αξία, την απάντηση μπορούμε να την ανιχνεύσουμε σε λόγια που είχε πει ο ίδιος ο Λένιν πολύ πριν γεννηθεί ο Godard: «Ίσως είναι αλήθεια… πρέπει κανείς να διαλέξει ανάμεσα στην ηθική και την αισθητική αλλά δεν είναι λιγότερο αλήθεια πως ό,τι και να διαλέξει κανείς θα βρει το άλλο στο τέρμα του δρόμου».

Από το περιοδικό Αναιρέσεις #16

Advertisements

Τα σχόλια είναι απενεργοποιημένα.