Ο Λένιν και η Διεθνείς για τα Συνδικάτα

του Αντώνη Δραγανίγου

Για δεκαετίες ολόκληρες το έργο του Β. Λένιν Ο Αριστερισμός και οι τοποθετήσεις του για τα συνδικάτα, χρησιμοποιήθηκαν από τη ρεφορμιστική, τελικά, Αριστερά για να δικαιολογηθεί η υποταγή στη συνδικαλιστική γραφειοκρατία. Πρόκειται για διαστρέβλωση της αντίληψης του ηγέτη της Οκτωβριανής Επανάστασης. Η Κομμουνιστική Διεθνής το 1920 επεξεργάστηκε μια συνολική επαναστατική γραμμή παρέμβασης στα συνδικάτα, που παρουσιάζει μεγάλο ενδιαφέρον και σήμερα.

Στην κρίσιμη στιγμή των αρχών του 1920, ο Βλαντιμίρ Ίλιτς Λένιν τόνιζε ότι ενάντια στην ανάπτυξη και το δυνάμωμα του επαναστατικού κομμουνιστικού ρεύματος μέσα στο επαναστατικό κίνημα εμφανίζονται δύο κίνδυνοι. Γράφει χαρακτηριστικά: «Η παρούσα φάση της ανάπτυξης του διεθνούς κομμουνιστικού κινήματος χαρακτηρίζεται από το γεγονός ότι, σε όλες τις καπιταλιστικές χώρες οι καλύτεροι εκπρόσωποι του επαναστατικού προλεταριάτου(…) έχουν ταχθεί στο πλευρό της Κομμουνιστικής Διεθνούς με ενθουσιώδη αφοσίωση. (…) Έχουν ωστόσο παρατηρηθεί δύο λάθη και δύο αδυναμίες του κομμουνιστικού κινήματος (…) Μία πολύ σοβαρή και άμεση απειλή για την υπόθεση της απελευθέρωσης του προλεταριάτου συνίσταται στο ότι μερικοί παλιοί αρχηγοί και μερικά παλιά κόμματα της 2ης Διεθνούς (σ.σ. πρόκειται για τα κόμματα που έφυγαν από τη χρεοκοπημένη 2η Διεθνή και στη συνέχεια σχημάτισαν μια ξεχωριστή Διεθνή, την επονομαζόμενη και  2 ½. Στα κόμματα αυτά ανήκαν για παράδειγμα το Ανεξάρτητο Σοσιαλδημοκρατικό Κόμμα Γερμανίας –στο οποίο προσχώρησε και ο Κάουτσκι, το Ιταλικό Σοσιαλιστικό Κόμμα κ.ά.), εν μέρει ασυνείδητα κάτω από τις διαθέσεις και την πίεση των μαζών και εν μέρει συνειδητά εξαπατώντας τις για να κρατήσουν την παλιά τους θέση σαν πράκτορες και βοηθοί της αστικής τάξης μέσα στο εργατικό κίνημα, αναγγέλλουν τη με όρους ή χωρίς επιφυλάξεις προσχώρηση τους στην 3η Διεθνή, ενώ στην πραγματικότητα στη συνολική πρακτική του κόμματός τους και της πολιτικής τους δουλειάς μένουν στο επίπεδο της 2ης Διεθνούς (…).Το δεύτερο λάθος, λιγότερο σημαντικό που είναι μάλλον μια αρρώστια σύμφυτη με την ανάπτυξη του κινήματος είναι η τάση προς την “άκρα αριστερά”, που οδηγεί σε μια εσφαλμένη εκτίμηση του ρόλου και των καθηκόντων του κόμματος, όσον αφορά στην εργατική τάξη και τις μάζες σε μια εγκατάλειψη της υποχρέωσης των επαναστατών κομμουνιστών να αγωνίζονται μέσα στα αστικά κοινοβούλια και στα αντιδραστικά συνδικάτα» (βλ. Η 3η Διεθνής, Τα Τέσσερα Πρώτα Συνέδρια σελ.115).

Για να αντιμετωπίσει τον «πρώτο μεγάλο κίνδυνο» η Διεθνής αρνήθηκε κατηγορηματικά να αποδεχτεί στις τάξεις της τα κόμματα αυτά, παρά το γεγονός ότι ορκίζονταν πίστη στην επανάσταση και στα Σοβιέτ στα λόγια, ακολουθώντας παράλληλα μια συγκεκριμένη τακτική ώστε να επιδράσουν στη βάση τους (κάλεσμα στο Συνέδριο – παρά την αντίθεση της «άκρας Αριστεράς», διαπραγματεύσεις στη βάση των «21 όρων» κ.ά.)

Ο δεύτερος κίνδυνος αφορούσε στην ανάπτυξη ενός ρεύματος αριστερού δογματισμού, που με την πολιτική και την τακτική του ξέκοβε τα νεαρά κομμουνιστικά κόμματα από την πλατιά μάζα των εργαζόμενων. Ένας αριστερός δογματισμός που αναπτυσσόταν με τσιτάτα όπως «κανένας συμβιβασμός» με τον αντίπαλο ή συμφωνίες με άλλα ρεύματα του εργατικού κινήματος, «άμεσο πέρασμα από την παθητικότητα στην επαναστατική δράση» ανεξάρτητα από τις προϋποθέσεις αυτής της δράσης, «άρνηση συμμετοχής στα αντιδραστικά κοινοβούλια και στα αντιδραστικά συνδικάτα σαν θέση αρχής» και δημιουργία «καθαρών κομμουνιστικών συνδικάτων», ανελέητος πόλεμος με τα κεντρίστικα ρεύματα χωρίς καμιά τακτική επίδρασης στη βάση που τους ακολουθεί, υποτίμηση του ρόλου των αγροτών στην επανάσταση κ.ά. Αυτή η πλατφόρμα βρήκε αποφασιστικά απέναντί της τον Λένιν και τη Διεθνή, τόσο στο 2ο όσο και στα επόμενα Συνέδρια. Σε αυτό το «δεύτερο λάθος», αφιέρωσε ο Λένιν τον Αριστερισμό. Όπως, όμως θα φανεί και παρακάτω, παρά την εξαιρετική του σοβαρότητα, δεν μπορεί κανείς να κατανοήσει τη λογική του Λένιν στο έργο του για τον αριστερισμό, παρά μόνο στο πλαίσιο της συνολικής τακτικής που πρότεινε το 2ο Συνέδριο στα νεαρά κομμουνιστικά κόμματα. Έξω από αυτό ο Αριστερισμός δεν γίνεται παρά δρόμος πλήρους διαστρέβλωσης και αναίρεσης της επαναστατικής καρδιάς του ρεύματος της 3ης Διεθνούς.

Αυτή η διαπάλη είχε την αντανάκλασή της και στη γραμμή για το εργατικό κίνημα. Από τη μια τα κόμματα της 2 ½ Διεθνούς που ζήτούσαν την είσοδό τους στην ΚΔ, συμμετείχαν στην κίτρινη συνδικαλιστική διεθνή του Άμστερνταμ, μαζί με τα επίσημα παραδοσιακά συνδικάτα των κομμάτων της 2ης ανοιχτά προδοτικής και ιμπεριαλιστικής Διεθνούς. Από την άλλη η «αριστερή αντιπολίτευση» προπαγάνδιζε την έξοδο από τα συνδικάτα και τη δημιουργία «καθαρών επαναστατικών συνδικάτων».

Ποια ήταν λοιπόν η τακτική που διαμόρφωσε σε αυτήν την τόσο πολύπλοκη κατάσταση η Κομμουνιστική Διεθνής; Οι θέσεις της Διεθνούς για τα συνδικάτα αναπτύχθηκαν στην εισήγηση με τίτλο «Το Συνδικαλιστικό Κίνημα, οι Εργοστασιακές Επιτροπές και η 3η Διεθνής».

Διαβάζουμε, λοιπόν, για την εκτίμηση του ρόλου των συνδικάτων στη θέση 1: «(…) Στη διάρκεια του πολέμου αποδείχτηκε ότι τα περισσότερα συνδικάτα αποτελούσαν μέρος του στρατιωτικού μηχανισμού της αστικής τάξης, καθώς τη βοήθησαν να εκμεταλλευτεί την εργατική τάξη και έχυσαν το αίμα του προλεταριάτου, στο βωμό των συμφερόντων του καπιταλιστικού κέρδους(…). Τα συνδικάτα στελεχώνονταν κυρίως από οργανωμένους εργάτες που ήταν ειδικευμένοι και καλύτερα αμειβόμενοι και των οποίων η πολιτική αντίληψη ήταν περιορισμένη λόγω της συντεχνιακής τους στενοκεφαλιάς και του γραφειοκρατικού μηχανισμού που τους απομόνωνε από τις μάζες» (ό.π. σελ. 141).

Έτσι για μια ακόμα φορά, όπως και σε όλο το λενινιστικό έργο, ο γραφειοκρατικός μηχανισμός των συνδικάτων και η εργατική αριστοκρατία που αποτελούσε την κοινωνική του βάση, ονοματίζεται ως ο κύριος εχθρός του εργατικού κινήματος, ως στρατιωτικός μηχανισμός του κεφαλαίου!

Όμως η καπιταλιστική κρίση, τα απίστευτα δεινά του πολέμου και η άνοδος του επαναστατικού κινήματος, επέδρασαν ώστε «οι πλατιές εργατικές μάζες που προηγουμένως ήταν έξω από τα συνδικάτα, (να) συρρέουν τώρα μέσα στις γραμμές τους, καθώς βλέπουν ότι με αυτόν τον τρόπο θα νικήσουν στον οικονομικό τους αγώνα. Σε όλες αυτές τις καπιταλιστικές χώρες παρατηρείται μία γιγαντιαία αύξηση των μελών των συνδικάτων. Τα συνδικάτα οργανώνουν, τώρα πια, τις πλατιές μάζες και όχι μοναχά το πιο προχωρημένο τμήμα του προλεταριάτου» (ό.π.)

Μπροστά σε αυτήν την εξέλιξη που άλλαζε την κοινωνική βάση των συνδικάτων, η γραφειοκρατία έδωσε μάχη για να αποτρέψει τη μαζικοποίηση τους. «Η παλιά συνδικαλιστική γραφειοκρατία και οι παλιές μορφές οργάνωσης των συνδικάτων εμποδίζουν αυτήν τη μεταβολή με κάθε τρόπο. Η παλιά συνδικαλιστική γραφειοκρατία είναι έτοιμη να φτάσει στα άκρα για να κρατήσει τα συνδικάτα ως οργανώσεις της εργατικής αριστοκρατίας: υπερασπίζεται τα καταστατικά που απαγορεύουν στους χαμηλόμισθους εργάτες την ένταξη στις συνδικαλιστικές οργανώσεις» (ό.π.) Κάθε ομοιότητα με το σήμερα δεν είναι καθόλου, μα καθόλου, τυχαία.

Πώς άρθρωνε λοιπόν σε αυτές τις συνθήκες η Διεθνής την τακτική της; Σημείο πρώτο: οι κομμουνιστές είναι εκεί που είναι οι εργάτες, στην πρωτοπορία της πάλης για το παραμικρό ζήτημα που απασχολεί την εργατική τάξη, ώστε να εξασφαλίζεται η πλατύτερη δυνατή βάση αναφοράς, στον συνολικό πολιτικό επαναστατικό αγώνα της τάξης. Με τα λόγια της εισήγησης: «Πλήθη εργαζόμενων συρρέουν στα συνδικάτα και ο οικονομικός αγώνας που εξαπολύουν τα συνδικάτα ενάντια στις επιθυμίες της γραφειοκρατίας παίρνει επαναστατικό χαρακτήρα. Οι κομμουνιστές όλου του κόσμου οφείλουν να μπουν στα συνδικάτα ώστε να βοηθήσουν να εξελιχθούν σε όργανα, που παλεύουν συνειδητά για την ανατροπή του καπιταλισμού και τη δημιουργία του κομμουνισμού. Όπου δεν υπάρχουν συνδικάτα, αυτοί πρέπει να πάρουν την πρωτοβουλία να τα δημιουργήσουν. Κάθε εκούσια αποχή από το συνδικαλιστικό κίνημα και κάθε τεχνητή απόπειρα δημιουργίας ξεχωριστών συνδικάτων αποτελεί τεράστιο κίνδυνο για το κομμουνιστικό κίνημα, εκτός και αν κάτι τέτοιο καθίσταται απαραίτητο λόγω εξαιρετικά βίαιων ενεργειών εκ μέρους της συνδικαλιστικής γραφειοκρατίας ή λόγω της υιοθέτησης από αυτήν μιας στενής πολιτικής αποκλεισμού, που εμποδίζει τις πλατιές μάζες των λιγότερο ειδικευμένων εργατών να μπουν στις οργανώσεις. (…) Οι κομμουνιστές, πρέπει όχι μόνο να μάθουν να εισάγουν τις κομμουνιστικές ιδέες στους εργάτες που συμμετέχουν σε οικονομικούς αγώνες, αλλά και να καθιερώνονται σαν οι πιο ικανοί αρχηγοί του οικονομικού αγώνα στα συνδικάτα». (ό.π., Θέση 4, σελ. 143). Δεύτερο σημείο της εισήγησης: «Οι κομμουνιστές θεωρούν ότι οι στόχοι και η ζωή των συνδικαλιστικών οργανώσεων έχουν μεγαλύτερη σημασία από την εξωτερική μορφή που παίρνουν και έτσι δεν πρέπει να διστάζουν να προκαλούν τη διάσπαση των συνδικαλιστικών οργανώσεων, εάν η άρνηση να το κάνουν θα ισοδυναμούσε με άρνηση να εμπλακούν στην επαναστατική δράση μέσα στα συνδικάτα, στην προσπάθειά τους να τα μετατρέψουν σε όπλα του επαναστατικού αγώνα και με άρνηση να οργανώσουν τα τμήματα του προλεταριάτου που υφίστανται τη μεγαλύτερη εκμετάλλευση. Αλλά και όταν ακόμα μια τέτοια διάσπαση αποδεικνύεται αναγκαία, πρέπει να συντελείται μόνο όταν οι κομμουνιστές κατορθώσουν –μέσα από την ενεργό συμμετοχή τους στον οικονομικό αγώνα και από το συνεπή αγώνα ενάντια στους οπορτουνιστές ηγέτες και την τακτική τους– να πείσουν τις πλατιές εργατικές μάζες ότι η διάσπαση επιχειρείται όχι για χάρη κάποιων μακρινών επαναστατικών σκοπών που οι μάζες δεν καταλαβαίνουν ακόμα, αλλά για χάρη των πιο άμεσων και συγκεκριμένων συμφερόντων της εργατικής τάξης και της ανάπτυξης του οικονομικού της αγώνα, ώστε να διασφαλιστεί ότι η διάσπαση δεν θα οδηγήσει στην απομόνωση των κομμουνιστών από τις εργατικές μάζες». (ό.π. σελ. 144).

Η ενότητα δεν είναι αυτοσκοπός

Ο ΛΕΝΙΝ ΥΠΟΣΤΗΡΙΖΕ ΤΑ ΕΠΑΝΑΣΤΑΤΙΚΑ ΣΥΝΔΙΚΑΤΑ, ΟΠΟΥ ΕΙΧΕ ΓΙΝΕΙ ΔΙΑΣΠΑΣΗ, ΚΑΙ ΤΙΣ ΕΡΓΟΣΤΑΣΙΑΚΕΣ ΕΠΙΤΡΟΠΕΣ

Για τον Λένιν λοιπόν και την Κομμουνιστική Διεθνή στα 1920 η ενότητα των συνδικάτων και η συμμετοχή στα αντιδραστικά συνδικάτα δεν είναι αυτοσκοπός, ούτε θέμα αρχής! Εξαρτάται από το αν η συμμετοχή σε αυτά μπορεί να εξασφαλίσει την «εμπλοκή στην επαναστατική δράση». Σε διαφορετική κατάσταση μπορεί να επιλέγεται και η διάσπασή τους, με τον όρο ότι η μάζα των εργαζόμενων καταλαβαίνει τους λόγους, ότι ανταποκρίνεται στη συνείδησή τους.

Τρίτο σημείο. Πώς έπρεπε να αντιμετωπιστεί η οργανωτική διάσπαση του εργατικού κινήματος, όπου αυτή έχει ήδη συντελεστεί; Στο σημείο 6 της απόφασης γράφεται: «Όπου το συνδικαλιστικό κίνημα έχει ήδη χωριστεί σε μια οπορτουνιστική και μια επαναστατική πτέρυγα και όπου, όπως στην Αμερική, τα συνδικάτα που έχουν επαναστατικό, αν και όχι κομμουνιστικό προσαν ατολισμό υπάρχουν δίπλα – δίπλα με τα οπορτουνιστικά, (σ.σ. εννοεί συνδικάτα όπως την IWW, τους Γούμπλις) εκεί οι κομμουνιστές πρέπει να υποστηρίξουν τα επαναστατικά συνδικάτα και να τα βοηθήσουν να ξεπεράσουν τις συνδικαλιστικές προλήψεις τους και να δεχτούν ένα κομμουνιστικό πρόγραμμα. Όπου δημιουργούνται οργανώσεις είτε μέσα είτε έξω από το πλαίσιο των συνδικάτων (όπως οι εργοστασιακές επιτροπές), που αγωνίζονται ενάντια στις αντεπαναστατικές τάσεις της συνδικαλιστικής γραφειοκρατίας και υποστηρίζουν την αυθόρμητη άμεση δράση του προλεταριάτου, εκεί οι κομμουνιστές πρέπει αναμφισβήτητα να παρέχουν τη μέγιστη υποστήριξη. Η υποστήριξη προς τα επαναστατικά συνδικάτα, ωστόσο δεν πρέπει να οδηγεί τους κομμουνιστές στο να εγκαταλείπουν τα οπορτουνιστικά συνδικάτα, που βρίσκονται σε κατάσταση έντονων ζυμώσεων και στο δρόμο της ταξικής πάλης». (ό.π σελ. 144).

ΕΚΚΛΗΣΗ ΠΡΟΣ ΤΟΥΣ ΕΡΓΑΤΕΣ

Για την κόκκινη Διεθνή των συνδικάτων

ΕΡΓΟΣΤΑΣΙΑΚΕΣ ΕΠΙΤΡΟΠΕΣ

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει και το τέταρτο σημείο της εισήγησης στο 2ο συνέδριο της Κομμουνιστικής Διεθνούς: τι στάση πρέπει να κρατήσει η Διεθνής απέναντι στα εργοστασιακά συμβούλια και τις άλλες μορφές που γεννάει η δράση της τάξης; «Η οικονομική κρίση που καταλαμβάνει τη μια χώρα μετά την άλλη και γίνεται όλο και πιο έντονη, κάνει φανερό ακόμα και στους πιο καθυστερημένους εργάτες πως δεν φτάνει μονάχα να αγωνίζονται για την αύξηση του μισθού και την ελάττωση των ωρών δουλειάς, ότι η τάξη των καπιταλιστών δεν είναι ικανή να αποκαταστήσει την εθνική οικονομία και να εγγυηθεί στους εργάτες έστω και εκείνο το επίπεδο ζωής που απολάμβαναν πριν από τον παγκόσμιο πόλεμο. Από αυτήν την αυξανόμενη συνειδητοποίηση των εργατικών μαζών πηγάζει ο πόθος τους να δημιουργήσουν μια οργάνωση που θα μπορούσε να ξεκινήσει τον αγώνα για τη σωτηρία της οικονομίας. Από εδώ και οι εργοστασιακές επιτροπές που έχουν στόχο την άσκηση ελέγχου πάνω στην παραγωγή. Όλο και μεγαλύτερος αριθμός εργατών σε διάφορες χώρες υποστηρίζει αυτήν την αυξανόμενη απαίτηση για εργοστασιακές επιτροπές. Η υιοθέτηση αυτού του αιτήματος μπορεί να εξηγηθεί από ποικίλους παράγοντες αλλά στο τέλος οδηγεί πάντα στην πάλη για τον έλεγχο της βιομηχανίας – το ιδιαίτερο ιστορικό καθήκον των εργοστασιακών επιτροπών» (ό.π σελ. 145). Έτσι η Διεθνής εκτιμούσε τον ιστορικό ρόλο των εργοστασιακών επιτροπών, που αποτελούσε ένα διεθνές ρεύμα εργατικής χειραφέτησης, και αντανακλούσε την εργατική τάση ελέγχου της παραγωγής, ενός κυττάρου βιομηχανικής εργατικής εξουσίας.

Και τέλος ποια πρέπει να είναι η διεθνής μορφή οργάνωσης του προλεταριάτου; Στην έκκληση της 3ης Διεθνούς «Προς τα συνδικάτα όλων των χωρών», καλούνται όλοι οι εργάτες που υποστηρίζουν τη σοσιαλιστική επανάσταση και τη δικτατορία του προλεταριάτου να αγωνιστούν με επιμονή ώστε να πείσουν τα συνδικάτα τους να προσχωρήσουν στο Διεθνές Συμβούλιο των Συνδικάτων που ιδρύθηκε στη Μόσχα στις 15 Ιουλίου 1920 (από τα Συνδικάτα της Ρωσίας, της Βρετανίας, της Ιταλίας, της Ισπανίας, της Γιουγκοσλαβίας, της Βουλγαρίας, της Γαλλίας και της Γεωργίας) και να αποσυρθούν από τη φωλιά των κλεφτών, γνωστή ως Διεθνής Οργανισμός Εργασίας και από τον εταίρο της, την αντεργατική Διεθνή Ομοσπονδία των Συνδικάτων (σ.σ. τη Διεθνή του Άμστερνταμ). (ό.π σελ. 232). Το Διεθνές Συμβούλιο των Συνδικάτων ήταν το πρόπλασμα για την κόκκινη συνδικαλιστική Διεθνή, η οποία ιδρύθηκε ένα χρόνο μετά, στην περίοδο του 3ου συνεδρίου της Διεθνούς.

Ήταν τέτοια η υπογράμμιση της σημασίας δημιουργίας της κόκκινης συνδικαλιστικής Διεθνούς, στο πλαίσιο της συνολικής αυτής τακτικής, που η ξεκάθαρη υποστήριξή της περιελήφθη ως ένας από τους 21 όρους (θέση 10) για την είσοδο στην ΚΔ.

Η έκκληση της Διεθνούς προς τα Συνδικάτα όλων των χωρών έκλεινε ως εξής: «Απλά μέλη των συνδικάτων, κομμουνιστές, επαναστάτες! Το Δεύτερο Παγκόσμιο Συνέδριο της Κομμουνιστικής Διεθνούς σας καλεί να παλέψετε δραστήρια για να κερδίσετε τα συνδικάτα. Κερδίστε τις εργοστασιακές επιτροπές, μετατρέψτε τα μικρομάγαζα και τα “συντεχνιακά συνδικάτα” σε παραγωγικές ενώσεις. (…) Η ΚΔ δεν θέλει τη διάσπαση του συνδικαλιστικού κινήματος, δεν επιδιώκει μια διάσπαση, αλλά και δεν την φοβάται(…). Το συνδικάτο, όπως κάθε εργατική οργάνωση δεν είναι αυτοσκοπός, αλλά μέσο για ένα σκοπό. Ούτε η διχόνοια, ούτε η ενότητα είναι κάτι απόλυτο. Δεν είναι απαραίτητο να διασπαστεί το συνδικαλιστικό κίνημα, αλλά είναι απαραίτητο να εκδιωχθούν οι προδοτικές ομάδες των ηγετών που επιτρέπουν στον ιμπεριαλισμό να χρησιμοποιεί τις συνδικαλιστικές οργανώσεις. Διώξτε τους προδότες και την απεργοσπαστική ηγεσία από τα συνδικάτα! Ζήτω τα επαναστατικά προλεταριακά συνδικάτα που παλεύουν για τη δικτατορία του προλεταριάτου!».

Σε ποιες συνθήκες έγραψε ο Λένιν τον Αριστερισμό

ΤΑ ΜΗΝΥΜΑΤΑ ΣΤΟ ΣΗΜΕΡΑ

Στις συζητήσεις και τις αντιπαραθέσεις για το εργατικό κίνημα που διεξάγονται ανάμεσα στις δυνάμεις της αντικαπιταλιστικής Αριστεράς, αλλά και ευρύτερα της Αριστεράς και των αγωνιστών του κινήματος περίοπτη θέση κατέχει… ο Λένιν. Ο Λένιν και η μπροσούρα του Ο Αριστερισμός εμφανίζονται ως το ευαγγέλιο όσων υποστηρίζουν ότι οι κομμουνιστές πρέπει να «δουλεύουν στα αντιδραστικά συνδικάτα» και υπερασπίζουν από θέμα αρχής την «ενότητα του συνδικαλιστικού κινήματος», λογική που πολλές φορές δεν χρησιμοποιείται, παρά ως άλλοθι αγκίστρωσης γύρω από τη συνδικαλιστική γραφειοκρατία και τους θεσμούς της.

Όμως, όπως συμβαίνει με όλα τα πολιτικά κείμενα, και αυτά του Λένιν, μόνο αν «αναγνωστούν» στις συνθήκες που τα γέννησαν, αν κατανοηθούν τα πολιτικά ερωτήματα στα οποία κλήθηκαν να απαντήσουν, μπορεί να αναδειχτεί η επαναστατική τους ουσία, να μην γίνουν φορμαλιστικές και δογματικές αλήθειες δια πάσα νόσο…

Ο τρόπος με τον οποίο το κομμουνιστικό κίνημα χειρίστηκε τον Αριστερισμό και ειδικά το θέμα του εργατικού κινήματος, έχει τόση σχέση με τις αντιλήψεις των μπολσεβίκων όσο ο φάντης με το ρετσινόλαδο! Ας παρακολουθήσουμε τα γεγονότα. Το βιβλίο Ο Αριστερισμός, Παιδική Αρρώστια του Κομμουνισμού γράφτηκε από τον Λένιν τον Απρίλη του 1920, ενόψει του ιστορικού, όπως αποδείχτηκε, 2ου Συνέδριου της Κομμουνιστικής Διεθνούς, το οποίο πραγματοποιήθηκε από τις 19 Ιούλη έως τις 7 Αυγούστου στην Πετρούπολη.

Στην Ευρώπη υπάρχει ακόμα επαναστατική κατάσταση, συνθήκες επαναστατικής κρίσης. Μεγάλες ταξικές αναμετρήσεις και επαναστάσεις τη συγκλονίζουν και δημιουργούν συνθήκες ραγδαίας μαζικοποίησης των συνδικάτων (παλιών και νέων), αλλά και άνθισης νέων μορφών εργατικής οργάνωσης (εργοστασιακά συμβούλια), που ξεκάθαρα ξεπερνούσαν τα συνδικάτα και το ρόλο τους και ραγδαίας αλλά αντιφατικής πολιτικοποίησης εκατομμυρίων εργατών, που άλλοι ακολουθούσαν την 3η Διεθνή και άλλοι στέκονταν ακόμα στα ρεφορμιστικά και τα ενδιάμεσα ρεύματα – παρά την αναμφισβήτητη αίγλη που ασκούσε η ρώσικη επανάσταση στην πλειοψηφία της εργατικής τάξης στην Ευρώπη.

Μέσα σε αυτές τις συνθήκες ο Λένιν στην εισήγησή του με θέμα «Η Διεθνής Κατάσταση και τα καθήκοντα της Κομμουνιστικής Διεθνούς» καθορίζει τα καθήκοντα της Διεθνούς (ΚΔ) ως εξής: «Φτάσαμε, σύντροφοι, τώρα στο πρόβλημα της επαναστατικής κρίσης, που αποτελεί το βάθρο της επαναστατικής μας δράσης….

Το αστικό σύστημα σε όλο τον κόσμο διέρχεται τη μεγαλύτερη επαναστατική κρίση. Πρέπει να “αποδείξουμε” τώρα με την πρακτική των επαναστατικών κομμάτων ότι αυτά τα κόμματα διαθέτουν αρκετή συνειδητότητα, οργάνωση, σύνδεση με τις εκμεταλλευόμενες μάζες, αποφασιστικότητα, δεξιοτεχνία, ώστε να αξιοποιήσουν αυτήν την κρίση για μια επιτυχή, νικηφόρα επανάσταση. Συγκεντρωθήκαμε σε τούτο το Συνέδριο της ΚΔ κυρίως για να προετοιμάσουμε αυτήν την “απόδειξη”» (από το Β. Ι. Λένιν, Θέσεις, Εισηγήσεις στα Συνέδρια της Κομμουνιστικής Διεθνούς σ. 112).

από την εβδομαδιαία εφημερίδα “ΠΡΙΝ” , δημοσιεύθηκε στις 15 Νοεμβρίου του 2009

Advertisements

Τα σχόλια είναι απενεργοποιημένα.