Σύγχρονες κριτικές στο δίλημμα «μεταρρύθμιση ή επανάσταση»

του Δημητρη Δημητούλη

Μια σειρά από κρίσιμα ζητήματα που σχετίζονται με τη στρατηγική του εργατικού κινήματος και την αναγκαιότητα της επαναστατικής ρήξης ανακινεί ο Ρίτσαρντ Ντέι, καθηγητής κοινωνιολογίας στο πανεπιστήμιο του Καναδά, στο βιβλίο

Το Τέλος της Ηγεμονίας, αναρχικές τάσεις στα νεότατα κοινωνικά κινήματα (εκδ. Ελευθεριακή Kουλτούρα).

ΟΡίτσαρντ Ντέι, καθηγητής κοινωνιολογίας στο πανεπιστήμιο Queen’s στο Κίνγκστον του Καναδά, ανακινεί κρίσιμα ζητήματα, που υπήρξαν και συνεχίζουν να αποτελούν αντικείμενο πολιτικο-ιδεολογικής αντιπαράθεσης στους κόλπους του εργατικού κινήματος, αλλά και ευρύτερα στο πλαίσιο των μαχόμενων κοινωνικών υποκειμένων και κινημάτων. Κάποια από αυτά τα ζητήματα είναι – κατά τη γνώμη μας τα παρακάτω: Πρώτο, ο συγγραφέας υποστηρίζει ότι ο μαρξισμός και ο αστικός φιλελευθερισμός εντάσσονται στην πολιτικο-φιλοσοφική και ιδεολογική παράδοση. Την παράδοση που οικοδομείται στη «λογική της ηγεμονίας», του «αγώνα για την κυριαρχία» με αντικείμενο την κατάληψη της κρατικο-πολιτικής εξουσίας, ώστε να ανατραπεί η σχέση κυρίαρχων – κυριαρχούμενων (σελ. 15-18). Ο ισχυρισμός αυτός του συγγραφέα προϋποθέτει μια προσέγγιση του κράτους χαρακτηριστική για τον αστικό φιλελευθερισμό. Την παραγνώριση και άρνηση, δηλαδή της ταξικής του φύσης και του ιστορικού του χαρακτήρα. Το αντιμετωπίζει ως ιερό άβατο στο οποίο όσοι εισέρχονται ή το «αγγίζουν» μολύνονται ανεπανόρθωτα. Είναι μια ιδεαλιστική θεώρηση της πολιτικής αλλοτρίωσης, που συνιστά ανεστραμμένη φετιχοποίηση του κράτους.

Ο μαρξισμός, αντίθετα, καταγγέλλοντας κάθε μορφή κρατικής δεισιδαιμονίας, όπως θα πει ο Ένγκελς, θα καταδείξει τη δυνατότητα – αναγκαιότητα συντριβής του αστικού κράτους, της οικοδόμησης ενός εργατικού κράτους – μισοκράτους που δεν είναι στην κυριολεξία κράτος, θεμελιωμένου στην αυτοδιοίκηση – αυτοδιεύθυνση της εργατικής τάξης και των άλλων υποτελών τάξεων, ενταγμένου εξαρχής στην προοπτική της απονέκρωσής του.

Χωρίς να αμφισβητούμε καθόλου την ειλικρίνεια όσων ασπάζονται την άποψη του συγγραφέα, οφείλουμε να πούμε ότι ξεκινώντας από μια αντι-ιεραρχική αφετηρία οδηγούνται στην έμπρακτη υιοθέτηση της κρατολατρικής προσέγγισης μιας από τις σημαντικότερες φυσιογνωμίες του αστικού διαφωτισμού – φιλελευθερισμού, του Ιμμάνουελ Καντ. Ο τελευταίος για το εν λόγω θέμα θα υπερασπιστεί το 1793 την ακόλουθη άποψη: «Κάθε αντίσταση εναντίον της υπέρτατης νομοθετικής εξουσίας, κάθε εξέγερση για να αφεθεί να εκδηλωθεί έμπρακτα η δυσαρέσκεια των υπηκόων, κάθε επανάσταση που ξεσπά σε ανταρσία είναι το πιο μεγάλο και πιο αξιοτιμώρητο έγκλημα μέσα στην κοινότητα, γιατί καταστρέφει τα θεμέλια της. Και η απαγόρευση αυτή είναι άνευ όρων…. Τούτου ο λόγος είναι ότι σε μια υφιστάμενη ήδη πολιτεία ο λαός δεν έχει πλέον το έννομο δικαίωμα να κρίνει για να προσδιορίσει πως να διοικηθεί το κράτος» (Καντ, Δοκίμια εκδ. Δωδώνη σελ. 141-142).

Δεύτερο, συνυφασμένη με την πιο πάνω αντίληψη είναι η απόρριψη της επανάστασης, αφού η κατάληψη της κρατικής εξουσίας οδηγεί στη διαιώνιση των σχέσεων κυριαρχίας και εκμετάλλευσης. Οι επαναστατικοί αγώνες στιγματίζονται, γιατί «προσπαθούν να συνολικοποιήσουν τις επιδράσεις σε όλες τις όψεις της υπάρχουσας κοινωνικής τάξης κατακτώντας την κρατική εξουσία» (σελ.63). Το δίλημμα «επανάσταση ή μεταρρύθμιση» απορρίπτεται, επίσης, αφού απορρέει από τη «λογική της ηγεμονίας». Επανάσταση και μεταρρύθμιση θεωρούνται εναλλακτικοί δρόμοι διαιώνισης των εκμεταλλευτικών κοινωνικών σχέσεων. Η άρνηση όμως της επανάστασης ως κορυφαίας «στιγμής» της ταξικής πάλης παραπέμπει σε μια αντιδιαλεκτική – εξελικτική αντίληψη των κοινωνικών συγκρούσεων και μάλλον αναπαράγει το προηγούμενο δίλημμα υπό την ηγεμονία, όμως, του δεύτερου σκέλους.

Τρίτο, η άρνηση της επανάστασης δεν συνεπάγεται την άρνηση –από τον Ρ. Ντέι– της δυνατότητας και αναγκαιότητας της κοινωνικής αλλαγής και του συνακόλουθου ερωτήματος του ή του (των) κοινωνικού(ων) υποκειμένου(ων) της αλλαγής αυτής. Η απάντηση του ερωτήματος αυτού απαιτεί την αποφυγή της «ταξικοκεντρικής» –όπως την αποκαλεί ο Ντέι– ανάλυσης. Η απαίτηση αυτή οδηγεί στην άρνηση της ιστορικής – αντικειμενικής δυνατότητας ο σύγχρονος κόσμος της μισθωτής εργασίας να αποτελεί ένα ριζικό επαναστατικό υποκείμενο. Η απόδοση στο μαρξισμό της κατηγορίας για μεταφυσική – μεσιανική αναπαράσταση της εργατικής τάξης, είναι αβάσιμη και ιστορικά παρωχημένη. Κατηγορία που θα προσάψει στο Μαρξ το 1945 ο Καρλ Πόππερ, ένας από τους σημαντικότερους εκπροσώπους της μεταπολεμικής αστικής φιλοσοφίας. (Καρλ Πόππερ, Η Ανοιχτή Κοινωνία και οι Εχθροί της, σελ. 217-245 εκδ. Δωδώνη).

Στο ερώτημα αυτό, λοιπόν, ο συγγραφέας δίνει την εξής απάντηση: «Όπως συμβαίνει συνήθως, εκείνοι που βρίσκονται στο περιθώριο δείχνουν το δρόμο που κατά κάποιο τρόπο πρέπει να ακολουθήσουν εκείνοι που βρίσκονται στο κέντρο: οι asambleistas στην Αργεντινή, οι χωρικοί Ζαπατίστας, οι καταληψίες στο Λονδίνο, όλες αυτές οι ομάδες και τα κινήματα ερευνούν τις πιθανότητες μη κρατιστικών, μη καπιταλιστικών εξισωτικών τρόπων κοινωνικής ζωής… Τίποτα δεν είναι σήμερα πιο σημαντικό από την οικοδόμηση και υπεράσπιση των αυτόνομων κοινοτήτων τέτοιας μορφής». (σελ. 258-259). Αξίζει , νομίζουμε, να θυμηθούμε σ’ αυτό το σημείο την άποψη που είχε διατυπώσει ο Μπακούνιν –το 1873– για το θέμα: «Στην Ιταλία κυριαρχεί εκείνο το προλεταριάτο, το λούμπεν προλεταριάτο, για το οποίο οι Μαρξ-Ένγκελς μιλάνε με μια βαθιά περιφρόνηση και πολύ άδικα γιατί σ’ αυτό και μόνο είναι αποκρυσταλλωμένη η δύναμη της μελλοντικής κοινωνικής επανάστασης». (Κρατισμός και Αναρχία, εκδ. Ελεύθερος τύπος, σελ 11).

Από το παραπάνω απόσπασμα προκύπτει –νομίζουμε– το συμπέρασμα ότι ο συγγραφέας παρά τη φροντίδα του να υπερβεί την αδιέξοδη διχοτομία «μεταρρύθμιση ή επανάσταση», εγκλωβίζεται σε μια ιστορικά αποτυχημένη μεταρρυθμιστική αντίληψη, που παγιδεύεται στον ορίζοντα του καπιταλισμού. Το μεθοδολογικό υπόβαθρο της αντίληψης αυτής είχε ανασκευάσει ο Μαρξ ασκώντας κριτική στον ιδεαλιστικό-μικροαστικό ουτοπισμό του Προυντόν. (Κ Μαρξ, Το Κεφάλαιο, σελ. 608, εκδ. Σύγχρονη Εποχή)

Τέλος, αξίζει να τονίσουμε πως δεν παραγνωρίζουμε την πολυμορφία των αντιθέσεων του σύγχρονου καπιταλισμού, και των κοινωνικών αγώνων επομένως, ούτε υποστηρίζουμε τη μηχανιστική αναγωγή των αντιθέσεων αυτών στη βασική αντίθεση του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής. Δεν υιοθετούμε, όμως, επίσης, τη μηχανιστική – αντιδιαλεκτική αντιμετώπιση των αντιθέσεων ως ισοδύναμων και την παραγνώριση του καθοριστικού ρόλου της βασικής αντίθεσης του καπιταλισμό. Βεβαίως το μέλλον θα πρέπει να εγγράφεται στο παρόν της ταξικής πάλης. Όχι, όμως στο πλαίσιο ενός αδιέξοδου ιδεαλιστικού – ρεφορμιστικού ουτοπισμού, αλλά μέσα από ένα συνολικό προγραμματικό, πολιτικο-φιλοσοφικό και πολιτισμικο-οργανωτικό σχέδιο ρήξης με τον καπιταλισμό και κομουνιστικής προοπτικής.

από την εβδομαδιαία εφημερίδα «ΠΡΙΝ» , δημοσιεύθηκε στις 8 Νοεμβρίου του 2009

Advertisements

Τα σχόλια είναι απενεργοποιημένα.